Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

O Πωλ Ελυάρ στον Γράμμο το '49 - Αθήνα και 3 ακόμη ποιήματα




Έκκληση του Πωλ Ελυάρ στους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού στο μέτωπο του Γράμμου (Ιούνης 1949)

Γιοι της Ελλάδας,

Απευθύνομαι σ” εσάς τους αγρότες, τους εργάτες, τους διανοούμενους που υπηρετείτε αναγκαστικά στο στρατό μιας κυβέρνησης που δεν σας εκπροσωπεί. Και πρώτα απ” όλα θέλω να σας διαβεβαιώσω πως ήρθα για να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια την εδώ κατάσταση και πως μοναδικός λόγος που με παρότρυνε σ” αυτό είναι το ζωηρό ενδιαφέρον μου για την αλήθεια αλλά και το πάθος μου για την ειρήνη. Ένας εμφύλιος πόλεμος όπως ο δικός σας είναι ο πιο φοβερός απ” τους πολέμους και οι μόνοι που ωφελούνται είναι εκείνοι που σας οδήγησαν σ” αυτόν.

Αυτό που είδα στην ελεύθερη Ελλάδα είναι ο ακατανίκητος Λαϊκός Στρατός του οποίου η αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία ενώνει αδελφικά τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του. Κανένας ξένος δεν υπάρχει στις γραμμές τους, εφόσον το όραμά τους είναι η ανεξαρτησία και το μεγαλείο, σε ευτυχία και ειρήνη, της χώρας τους. Είδα την αθώα καρδιά τους, τα τίμια μάτια τους και κάτω απ” τον γαλάζιο ουρανό τους να χορεύουν και να τραγουδάνε σαν παιδιά. Είδα όμως και το μέτωπό τους να σκοτεινιάζει με τη σκέψη ότι έχουν απέναντί τους τους αντιπάλους στη μάχη τα αδέλφια, τους γονείς και τους πατεράδες τους. Όμως πολλές περιοχές πρέπει ακόμα να ελευθερωθούν, πολλά ερείπια να ανορθωθούν, πολλή χέρσα γη να καλλιεργηθεί και κυρίως να επιτευχθεί η απελευθέρωση απ” τα μαρτύρια.

Σας ικετεύω όλους εσάς που βρίσκεστε απ” τη μεριά των δεσμοφυλάκων και των δήμιων να αναλογιστείτε τους αθώους που κάθε μέρα πληρώνουν το δικό σας μέλλον με το αίμα τους. Σας ικετεύω να αναλογιστείτε τη φρίκη της Μακρονήσου και των φυλακών της χώρας σας, όπου χιλιάδες πατριώτες, βέβαιοι για τη νίκη τους, περιμένουν κάθε μέρα τα βασανιστήρια και το θάνατο.

Όπου κι” αν πήγα είδα παντού εδώ στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή ή στα μετόπισθεν, τους αιχμαλώτους συναδέλφους σας να απολαμβάνουν τον πιο μεγάλο σεβασμό και την ανθρωπιά και να διατρέφονται ακριβώς όπως και οι αντάρτες, είδα να περιποιούνται τους τραυματίες σας με την ίδια φροντίδα όπως και εκείνους του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτοί οι αιχμάλωτοι, που κάθε μέρα γίνονται περισσότεροι, είναι ελεύθεροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να ενταχθούν στο Δημοκρατικό Στρατό. Οι πιο πολλοί διαλέγουν τη δεύτερη λύση.

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που ένα στρατός αισθάνεται τόσο δυνατός, τόσο βέβαιος για τη νίκη ώστε να είναι σε θέση να δείχνει τέτοια εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Είναι επίσης που ένας στρατός δείχνει τόσο πρόθυμος να προσφέρει την ειρήνη, όσο περισσότερο αυξάνουν οι δυνάμεις του. Η μόνη νίκη που εύχεται αυτός ο στρατός είναι η καθολική ενότητα του λαού και το τέλος των δεινών του πολέμου που έχουν επιβάλλει οι αγγλοσάξονες ιμπεριαλιστές.

Σ” ολόκληρο τον κόσμο οι απλοί άνθρωποι αγωνίζονται για την ειρήνη. Ο γενναίος ελληνικός λαός, γεμάτος δόξα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτού του αγώνα.


AΘΗΝΑ

Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη
Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος
Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός
Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις
Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο
Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου
Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια
Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ
Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου
Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια
Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα
Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους
Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα
Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους


Στις ελληνίδες αδελφές μου

Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες γενναίες,
Έχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο
Ω, αθάνατες αγαπημένες μου,
Παίζετε τη ζωή σας
Για να θριαμβεύσει η ζωή
Είναι κοντά η μέρα, ω, αδελφές μου του μεγαλείου,
Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια
Γιατί θα έχετε νικήσει...


Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες

Είχαμε δώσει τα χέρια μας
και τα μάτια μας γελούσαν δίχως λόγο
Με τα όπλα και με το αίμα
λυτρώστε μας από το φασισμό
Νανουρίζαμε ολάκερο το φως
και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
να βάλουμε σημάδι τους φασίστες
Ήμασταν η πηγή και ο ποταμός
κι ωκεανός να γίνουμε όνειρό μας
Τον τρόπο μόνο δώστε μας
μην πάρουν χάρην οι φασίστες
Απ' τους νεκρούς μας είναι λιγότεροι
κανένα δεν είχαν σκοτώσει οι νεκροί μας.
Αγαπιόμαστε δίχως να το σκεφτούμε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε έξω απ' τη ζωή
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
Στο θάνατο αντίκρυ θα σκοτωθούμε



Ρίμα της δύναμης του έρωτα

Μέσα από τα βάσανά μου όλα στο θάνατο ανάμεσα και μένα
Στην απελπισία μου ανάμεσα και τη δίψα της ζωής
Είναι το άδικο και των ανθρώπων η μιζέρια
Που αχώνευτα μου είναι είναι ο θυμός μου

Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα το αίμα της Ισπανίας
Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα της Ελλάδας τον ουρανό
Το ψωμί το αίμα ο ουρανός και το δικαίωμα στην ελπίδα
Για όλους όσους αθώους μισούν το Κακό

Το φως πάντα είναι έτοιμο να τρεμοσβήσει
Η ζωή πάντα ετοιμάζεται να γίνει κοπριά
Μα η άνοιξη ξανά γεννιέται κι ούτε αυτό ποτέ τελειώνει
Απ' τη μαυρίλα μπουμπούκι ένα αναπηδά κι έρχεται η ζέστη

Κι η ζέστη θα νικήσει τους εγωπαθείς
Δε θ' αντέξουν οι άτροφες αισθήσεις τους
Κι ακούω τη φωτιά γελώντας να μιλά για υποθερμία
Ακούω έναν άνδρα να λέει ότι δεν πόνεσε

Συ που της σάρκας μου υπήρξες αισθητή συνείδηση
Συ που πάντα μου αγαπώ συ που μ' έχει εφεύρει
Δεν άντεχες τον καταναγκασμό ούτε την ύβρη
Τραγουδούσες κι ονειρευόσουν τη γήινη ευτυχία

Λεύτερη να 'σαι ονειρευόσουν εγώ σε συνεχίζω...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (αποσπάσματα)

.....
Θυμάμαι το 36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι ψωμί.
Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες .
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα, τραγούδια
νοιώθαμε να χορταίνουμε .
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, που είσαι , μάνα
έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλο και μια φέτα ψωμί
ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κι έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε ζητιανέψει
για μας μάνα
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ έβρισκα λίγο απάγκιο γιατί μου ‘στελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες , μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά πού πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συγχώρα με, σε νοιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νοιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά με γέννησε σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες στα αίματα όπως γεννιέται μια σημαία


Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς
ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα ,
πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε
μακριά κυλάνε ουρλιάζοντας τα τραίνα
μες στη νύχτα κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τάνκς με μια μπουκάλα μόνο γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας
σαν μεγάλα σημάδια για να σας δείχνουνε το δρόμο
απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας,
μ’ από τα κεραμίδια πυροβολούσατε με τα’ άλλο σώζοντας το Σταλιγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε Λευτεριά.

Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι
και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια
κι είχατε μείνει καταμόναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε.
Τραγουδάω εσάς..

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
Τραγουδάω τους άσπρους , τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο
με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε , αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω να μια ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.
Και προχωράμε .

...

Αγαπημένη
Μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν’ αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν’ αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν’ αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πως ν’ αρνηθώ το Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν..

Αν γυρίσω δε θα χουμε λάμπα, δε θα χουμε
που ν’ ακουμπήσουμε τα’ όνειρό μας
Θα καθόμαστε αμίλητοι .
Κι όταν θα θέλω να κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα

Να μ’ αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ΄ αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια – θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
Και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου, την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δύο
κάτω απ τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που η ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού
κάτω απ τα πόδια τους με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνά σου
με τα’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις ;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου




Είμαι γελοίος άνθρωπος. Τώρα με λένε τρελό. Αυτός θα ήταν ανώτερος τίτλος, αν δεν έπαυα να είμαι γελοίος για τους ανθρώπους. Μα τώρα πια δεν θυμώνω, γιατί όλοι είναι αρκετά «ευγενικοί μαζί μου, και όταν με κοροϊδεύουν, είναι, θάλεγες, ακόμα πιο ευγενικοί. Ευχαρίστως θα γελούσα μαζί τους, όχι τόσο με τον εαυτό μου, όσο για να τους είμαι ευχάριστος, αν δεν ένοιωθα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίβομαι που βλέπω πως δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που εγώ την γνωρίζω. Τι σκληρό που είναι να την γνωρίζεις μόνο εσύ! Μα δεν θα καταλάβουν. Όχι, δεν θα καταλάβουν.


Άλλοτε, υπόφερα πολύ που φαινόμουν γελοίος. Δεν φαινόμουν, ήμουν. Πάντα μου ήμουν γελοίος και ξέρω πως σίγουρα θα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα ήμουν και δε θα ήμουν επτά χρονών όταν έμαθα πως ήμουν γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο Πανεπιστήμιο — κι όσο σπούδαζα, τόσο μάθαινα πως ήμουν γελοίος. Κι έτσι, φαίνεται πως όλη η πανεπιστημιακή μου επιστήμη, υπήρχε μόνο και μόνο για να μου αποδείξει και να μου εξηγήσει, όσο την εμβάθυνα, πως ήμουν γελοίος. Και με τη ζωή μου έγινε το ίδιο όπως και στην επιστήμη μου. Χρόνο με το χρόνο, αποκτούσα όλο και περισσότερο τη βεβαιότητα πως απ' όλες τις απόψεις φαινόμουν γελοίος. Παντού και πάντα, όλοι με κορόιδευαν μα κανένας δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος στον κόσμο που ήξερε καλύτερα απ' όλους πως ήμουν γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Έτσι, ένιωθα κάτι σαν πείσμα

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα(απόσπασμα) -Γιάννης Ρίτσος



Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα

[...]

ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Ο ουρανός στέκει ψηλά και δεν τον φτάνεις. Κάλλιο, λοιπόν, να ξεχάσεις πω έχει ουρανό.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κι αν τον ξεχάσεις, αυτό δε σε ξεχνάει. Απλώνει τα γαλάζια χέρια του και σ' αγκαλιάζει. Κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα, βάζει τα δυό του δάχτυλα αλαφρά και σου τ' ανοίγει. Κι άμα νυχτώνει πάλι, βγαίνουν τ' άστρα και σου πετροβολάν τον ύπνο σου με χρυσά λουλούδια. Και τότες από μέσα σου ξυπνάν χιλιάδες άστρα, που παίζουν και φωτάνε και στριφογυρνάνε και δεν μπορείς να κοιμηθείς και να πεθάνεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Κι έτσι πεθαίνεις κάθε μέρα.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Και κάθε μέρα ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Για να πεθαίνεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Για να ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Το ίδιο είναι. Κείνο που πιο πολύ κοιτάς, κείνο και βλέπεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κείνο που υπάρχει βλέπεις. Κείνο που δεν υπάρχει, δε μπορείς να τόιδεις. Υπάρχει ζωή και τήνε βλέπω. Την ακούω.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Υπάρχει θάνατος που δεν τον βλέπεις. Μα κείνος σε βλέπει. Αμα μπορέσεις να το διείς και 'σύ τότες σου δίνει το χέρι και σου χαμογελάει. Δεν έχεις πια φόβο μήτε ελπίδα. Τότες κοιτάζει ούλη τη ζωή και χαμογελάς.

[...]

ΑΝΝΙΚΑ: Κι όμως, για κοίταξε τον ουρανό... Πρώτη φορά σα ναν τον βλέπω. Γαλάζιος, φωτεινός, απέραντος. Το 'πα στον κυρ Αλέκο και τότες αυτός μου λέει πω δεν είναι μονάχα ο ουρανός όμορφος μα ολάκερος ο κόσμος. Κείνη τη στιγμή περνούσε ένας γλάρος. Και μου τον έδειξε. Κοίτα, μου λέει, ετούτο το πουλί δεν είναι όμορφο; Κοίταξα, το λοιπός, κι πού 'δειχνε το δάχτυλό του κι είδα το γλάρο. Αλήθεια, τι όμορφος που ήτανε. Δεν τον είχα προσέξει ώς τα τώρα, νόμιζα πως για πρώτη βολά τον έβλεπα, σα ναν τόνε ζουγράφιζε ο κυρ Αλέκος με το δάχτυλό του πάνου στον ουρανό κι από κάτου η θάλασσα ξανάδινε τη ζωγραφιά του γλάρου σα να 'τανε λέει δύο άσπρες παλάμες που θέλουνε να σφίξει η μια την άλλη και να χαιρετηθούν. Κι ο γλάρος κάθησε πάνου στο νερό κι οι δυο παλάμες έσμιξαν. Τότες μού 'σφιξε κι ο Αλέκος το χέρι και μου 'πε πάλι: Πρέπει να σηκώσουμε το κεφάλι μας ψηλά για να νιώσουμε τι γίνεται και βαθιά μας. Γιατί 'ναι, λέει, χίλιες ομορφιές μέσα μας κι όξω, που κάθε στιγμή περνάνε μπρος από τα μάτια μας και μεις μήτε τα γλέπουμε, μήτε καθόλου τα νογάμε. Ω, αλήθεια λέει.

[...]

ΒΑΡΒΑΡΑ: Καλό ταξίδι… Καλό τα - (Με το χέρι της, που τό 'χε υψωμένο γι' αποχαιρετισμό, κρύβει το πρόσωπό της. Μένει για λίγο έτσι. Ακούγεται βαθιά ένας λυγμός που μοιάζει και με γέλιο. Υστερα ξεσκεπάζει το πρόσωπό της και πέφτει κοντά στο πεζούλι). Πάει , έφυγε κι αυτός. Τι μένει τώρα; Εφυγε. Καλό ταξίδι... (Τινάζεται απάνου και γυρίζει στη θάλασσα. Αρχίζει να φυσάει αγέρας που λίγο λίγο δυναμώνει). Ε, κυρά θάλασσα... Τον πήρες κι αυτόν. Χάρισμά σου. Πάρε λοιπόν και τα κοράλλια σου. Θαλασσινά λουλούδια δε φυτρώνουν στη στεριά. Μα μήτε στεριανά λουύδια φυτρώνουνε στη θάλασσα. Νομίζει πως με νίκησες λοιπόν. Ε, όχι. Οσο μου παίρνεις, τόσο και πιο πολύ θα δυναμώνω. Τι νομίζεις, πως μόνο εσύ είσαι δυνατή; Κοίτα τα μάτια μου. Δεν κλαίω εγώ. Δεν τρέχουνε τα δάκρυά μου. Ποτέ σου δε θα με ιδείς δακρυσμένη. Και τώρα, φυσείχτε, αγέρηδες. Καβαλήστε τα κύματα. Τινάχτε τα καράβια. Ας τρέξουνε τα σύννεφα κι ας μπουμπουνίσει απ' άκρη σ' άκρη. Εγώ εδώ πέρα θά 'με ν' αποκριθώ στον κεραυνό και να τον ανταμώσω. Ε, κυρά θάλασσα, κάθε αγεράκι που φυσάει, σε πάει πέρα δώθε και σε φέρνει. Η σοροκάδα σε τραντάζει. Μα εμένα μήτε συ με σάλεψες, μήτε κανένας. Κοίταξε, στέκω δίπλα στο άγαλμα, σαν άγαλμα και γω... Φυσείχτε, αγέρηδες. Τώρα είμαι λέφτερη. Δεν έχω τίποτα να χάσω ή να κερδίσω... Τίποτα δε φοβάμαι...

[...]



Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Εκδόσεις Θέατρο-Κώστας Νίτσος, 1990

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Στίς γυναίκες -Μπρεχτ, Οπενχάιμ, Μ.Φ.Ματάτση, Β.Χάρα



ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Βούρτσισε το σακάκι
Βούρτισ’ το δυο φορές!
Όταν το βούρτσισμα τελειώσεις
Μένει μια πατσαβούρα καθαρή.
Μαγείρευε όλο φροντίδα
Μη λυπηθείς κανένα κόπο!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Σκέτο νεράκι είναι η σούπα.
Δούλευε, δούλευε ακόμα πιο πολύ!
Κάνε οικονομία, μοίραζέ τα πιο καλά!
Λογάριαζε, λογάριαζε μ’ ακρίβεια!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις.
Ό,τι πάντα κι αν κάνεις
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σου είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια
Αλλά η διέξοδος ποια είναι;
………………………………………
Σαν η δεκάρα λείπει, καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή.
Το ζήτημα για το κρέας, που σας λείπει στην κουζίνα
Δεν πρόκειται μες στην κουζίνα να κριθεί.
Ό,τι κι αν κάνετε
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σας είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια

Μπέρτολτ Μπρεχτ


ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

Αχ, κορίτσια,
κορίτσια µε τα λάβαρα
και τα πανύψηλα όνειρα,
ορθώσατε τις τύχες σας
σε ουράνιο ανάστηµα!
Αχ, κορίτσια,
κορίτσια της στέρησης και του µόχθου,
γυρνάτε από τη δουλειά
µε δυο χούφτες άγχος
κάτω από τ’ αριστερό στήθος,
µε ξέχειλo το παράπονο
και τη δύναµη της έµπνευσης
να πάλλεται
στο ρυθµό της επανάστασης.
Αχ, κορίτσια,
µε το τραγούδι στο στόµα,
πάτε κι ερχεστε,
θερµαίνοντας την ελπίδα
στη χόβολη του αγώνα σας
σα μια φέτα ζεστό ψωµί στη θράκα.
Αχ, κορίτσια,
µε τα κόκκινα µάγουλα της σεµνότητας,
το καθάριο βλέµµα της ειλικρίνειας,
τ’ απαλό ερωτικό σας χάδι,
ντυθήκατε την οµορφιά,
ντύσατε και τον κόσµο µε γλυκιά θαλπωρή.
Αχ, κορίτσια,
τραβήξατε µπροστά,
σα φρεγάτες στα πέλαγα…
καταλαγιάζουν κάποτε οι φουρτούνες,
κορίτσια,
κι οι καταιγίδες στραγγίζoυv στο ποτήρι της θερινής γαλήνης.
Κορίτσια µε τα λάβαρα και τα πανύψηλα όνειρα,
κουρελιάσατε τα πέπλα του πεπρωµένου
µε τις αιχμές του δίκιου σας,
περπατώντας ισότιμη πορεία
στoυ μέλλοντος την απλωσιά
σωστές αλκυονίδες,
κορίτσια…


Μαργαρίτα Φρονιμάδη - Ματάτση



ΥΦΑΝΤΡΕΣ


Εσένα,
Θα σε ονόμαζα Άννα,
Θα σε ονόμαζα Γιάννα,
Θα σε ονόμαζα ομορφούλα
Κλώστρια μελαχρινούλα,
Μικρή πεταλούδα
Υφάντρα.
Εσύ που ήσουν
Σκλάβα του εργοστασίου
Σκλάβα της μηχανής
Σκλάβα του ωραρίου
Σκλάβα του μισθού,
Υφάντρα μελαχρινούλα
Μικρή πεταλούδα
Εργάτρια του υφαντουργείου.
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Γύρνα το κουβάρι
Της μοίρας σου
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Ύφανε την κλωστή
Της μοίρας σου.
Η ζωή σου βρίσκεται στο εργαστήρι,
Εκεί θα μπορέσουν να υφανθούν
Με τα χέρια σου και με τα χέρια των άλλων
Υφάσματα που θα ντύσουν την ελευθερία.

Βίκτωρ Χάρα



Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας
χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες
γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα
γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»


Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός είναι και για τους άνδρες ο αγώνας μας
Γιατί είναι των γυναικών παιδιά και τους γεννάμε πάλι,
Φτάνει πια ο παιδεμός σ’ όλη μας τη ζωή,
Πεινάνε οι ψυχές και όχι το σώμα μόνο “Δώστε μας Ψωμί και Δώστε μας Τριαντάφυλλα”

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός αμέτρητες γυναίκες πεθαμένες
Σμίγουν το θρήνο τους και λένε το παλιό τραγούδι του ψωμιού
Οι σκλαβωμένες ψυχές τους γνώρισαν λίγη μόνον ομορφιά, τέχνη κι αγάπη-
Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα

Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα.
Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες
το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας
όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει
αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής,
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

Τζέιμς Οπενχάιμ

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καραγιάννη! Τι ζήτησα, Πρόκληση


τι ζήτησα;

τι ζήτησα;
την αγκαλιά σου ζήτησα

αυτή την ξεπεσμένη αθωότητα
στο σουλάτσο του δρόμου
σε μια γωνιά
πίσω απ' τον κάδο των σκουπιδιών
εκεί κάπου στη ζούλα
στη πλατεία Αριστοτέλους
ανάμεσα από χνώτα και ιδρωμένες μασχάλες
μέρα μεσημέρι
και ο πλανόδιος πωλητής με τα μαύρα γυαλιά, να κόβει
κίνηση

τι ζήτησα;
να ανακατευτούμε
μες στην απλωμένη γλώσσα των αισθήσεων
μπροστά απ' τα γδαρμένα σκηνικά
της αφόρητης αναμονής
στου ενός λεπτού την ακριβή ώρα

αδειανά χέρια
τρύπια η καρδιά
κι φωνή ξεκούρδιστη
άγρια αποτυπώματα
πατάνε στο στήθος
γέρνω στα σπλάχνα μου μέσα
και τρώω
μικρά χαρτάκια από στιχάκια
ένδοξων λυγμών

Κατερίνα Καραγιάννη
από τη συλλογή Ζουμ, 2012


πρόκληση


κάθεται απέναντι του
προκλητικά σταυρωμένα
έχει τα χυτά της πόδια,
το ψηλά της παπούτσια
ανοίγουν κομψά το κουντεπιέ
και η φούστα όσο να φανεί
το λεπτό της γόνατο
κολλάει το τσιγάρο στο κραγιόν
και αναστατώνει τα μαλλιά της
κι αυτό το κάθισμά της!
όπως το φίδι πριν επιτεθεί
ρημάζει την αρσενική ματιά του
κι αυτή το γλεντάει
κούκλα ζωντανή, πανάθεμά την
κολασμένη, πύρινη
καρφί στα μάτια τον κοιτάει
και σταματάει ο κόσμος να κινείται
γεννημένη να αφήνει έναν πεινασμένο πόθο
κάθεται απέναντι του
τον τυλίγει και τον ξετυλίγει αφόρητα
πνιγμός του 'ρχεται
χτυπήματα ακαριαία
θα τον φέρουν υπνωτισμένο κοντά της
για εκείνη τη νύχτα



Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ντύλαν Τόμας - Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα






Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.