Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Αυτός που σωπαίνει - Τάσος Λειβαδίτης


Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ” άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ” τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από πού ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Άσ' τη βάρκα - Κων.Χατζόπουλος


Άσ' τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει τ' αγέρι, τιμόνι-πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι' όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί,
η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα, ας το φέρει
όπου θέλει τ' αγέρι, όπου ξέρει τ' αγέρι.

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός,
είτ' ειδύλλιο γελούμενο απλώνετ' η πλάση,
είτ' αντάρες και μπόρες σου κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ' αράξεις.

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
Μη 'που σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
Δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ' ότι ρωτάς;
Ότι σ' έχει μαγέψει κι ότι σου 'χει γελάσει,

το 'χεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

'Ασε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
άσ' τις ζάλες να σέρνουν τυφλά τη καρδιά
κι αν τριγύρω βογγά κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά
κι αν πικρό τη ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μια χαρά τη προσμένει.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Φανταστικό - Λένα Παππά

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθεί να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μιαν άνοιξη που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του,
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
το καλλιεργώ
σ' έναν κήπο μυστικό που δεν υπάρχει.

Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δε θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δε σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κήπους φθινοπωρινούς

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Μίλτος Σαχτούρης - Τοῦ θηρίου, Καμπάνες, Δεν ειναι Οιδίποδας

Τοῦ θηρίου

Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια
Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.



Θὰ σὲ φέρω σ᾿ ἄλλα λιμάνια
Νὰ δεῖς τὰ βαπόρια πῶς τρῶνε τὶς ἄγκυρες
Πῶς σπάζουν στὰ δυὸ τὰ κατάρτια
Κι οἱ σημαῖες ξάφνου νὰ βάφονται μαῦρες.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ ἴδιο κορίτσι
Νὰ τρέμει δεμένο στὸ σκοτάδι τὸ βράδυ
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σπασμένο μπαλκόνι
Καὶ τὸ σκύλο οὐρανὸ
Ποὺ βαστοῦσε τὴ βροχὴ στὸ πηγάδι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τοὺς ἴδιους στρατιῶτες
Αὐτὸν ποὺ χάθηκε πᾶν τρία χρόνια
Μὲ τὴν τρύπα πάνω ἀπ᾿ τὸ μάτι
Κι αὐτὸν ποὺ χτυποῦσε τὶς νύχτες τὶς πόρτες
Μὲ κομμένο τὸ χέρι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σάπιο Μῆλο
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια.


ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Εἶναι πουλιὰ
ποῦ δὲν πετᾶνε
εἶναι πουλιὰ
θαμμένα
μέσ᾿ σὲ κουτιά

Εἶναι δωμάτια
καὶ εἶναι λέξεις
ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι
σὰν καρφιά

Εἶναι καρφιὰ
ποῦ δὲν πονᾶνε
εἶναι καρφιὰ
π᾿ ἀνακουφίζουν

Ὅταν χτυπήσουν
πάλι οἱ καμπάνες
θὰ πεταχτοῦμε
σὰν τὰ πουλιά

Δὲν εἶναι Οἰδίποδας

Ἕνας μεγάλος οὐρανὸς γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αἴθουσες δωρικὲς κολῶνες
τὰ πεινασμένα τὰ φαντάσματα
καθισμένα σὲ καρέκλες στὶς γωνιὲς
νὰ κλαῖνε
τὰ δωμάτια μὲ τὰ νεκρὰ πουλιὰ
ὁ Αἴγιστος τὸ δίχτυ Κώστας
ὁ Κώστας ψαρὰς πονεμένος

ἕνα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα ποὺ ἀνεμίζουνε
νεράντζια σπᾶνε τὰ τζάμια στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας σκοτωμένος
ὁ Ὀρέστης σκοτωμένος
ὁ Ἀλέξης σκοτωμένος
σπᾶνε τὶς ἁλυσίδες στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας Ὀρέστης Ἀλέξης

ἄλλοι γυρίζουνε στοὺς δρόμους ἀπὸ τὸ πανηγύρι
μὲ φῶτα μὲ σημαῖες μὲ δέντρα
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει κάτω
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Οὐρανό
τ᾿ ἄλογα τ᾿ Ἀχιλλέα πετοῦν στὸν οὐρανό
βολίδες συνοδεύουνε τὸ πέταμά τους
ὁ ἥλιος κατρακυλάει ἀπὸ λόφο σὲ λόφο
καὶ τὸ φεγγάρι εἶναι ἕνα πράσινο φανάρι
γεμάτο οἰνόπνευμα
τότε νυχτώνει σιωπὴ τοὺς δρόμους
καὶ βγαίνει τυφλός με τὸ μπαστούνι του
παιδιὰ τὸν ἀκλουθᾶνε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν
δὲν εἶναι Οἰδίποδας
εἶναι Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς
παίζει μίαν ἐξαντλητικὴ θανάσιμη φλογέρα
εἶναι νεκρὸς Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα φιλί για καληνύχτα...




Ένα φιλί για καληνύχτα...
 Φύλαξέ το κάτω απ' το μαξιλάρι 
 Ή κάπου εκεί,
μαζί με τις ασήμαντες λεπτομέρειες 
μιας μικρής μεσημεριάτικης βόλτας
 ανεβαίνοντας τα σκαλιά μιας πόλης φανταστικής 
εκεί που χάνεται ο χρόνος 
ανάμεσα στα πέτρινα σοκάκια 
και τα χαμένα απογεύματα

Σώπασε τα λυπημένα σου τραγούδια 
Σκέπασέ τα με τα μαλλιά σου
 Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε 
ένα παράθυρο πουλί
μια αστραπή χαμόγελο
μια γέφυρα χρυσή κλωστή
βαδίζοντας γυμνή πάνω στο κύμα 
σε μέρη που δεν πήγες

μ ένα φιλί για καληνύχτα...

.          .         . γιώργος σαρρής .        .          .

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Αισιοδοξία

Μικρός
ήμουν στη σιγουριά
Τώρα σύρτες κι αμπάρες
απελπίζουν πόρτες
μυαλά "ανοιχτά"
και χέρια ...αισιόδοξα

Όμως η αισιοδοξία
είναι ένα χωριό παράξενο
με λίγα λόγια, πολύ λίγα
ή και καθόλου
Δέντρα με φύλλα κόκκινα
και ρίζες ματωμένες
κορμούς
μ' ανθρώπων κύτταρα
και dna όλο πείσμα
Τρελά χαμόγελα παντού
και πράξη ώριμη
συνειδητή χωρίς περικοκλάδες
και περιττά περιτυλίγματα

Οι συννεφιές που πάνε κι έρχονται
κανένα δεν τρομάζουν
Λυτρωτικές οι  καταιγίδες
ηλεκτροφόρες κι όλο φως
φίλοι καλοί οι χειμώνες
κι η αμφιβολία
ακατοίκητη εντελώς!

Εκεί το πρωί που κοκκινίζει ο ήλιος
κάνουν έρωτα τ'αδύνατα οργιάζουν
και τα παιδιά που γεννιούνται
κατεβάζουν στα γρήγορα φεγγάρια κι άστρα
και παίζουν μπάλα με τις μαύρες τρύπες
τη σκοτεινή ύλη και τ'ανερμήνευτα φαινόμενα

Κι ύστερα τα ξαναβάζουν όλα στη θέση τους
χτυπάνε το Θεό στην πλάτη
σα φιλαράκι τους παλιό
και του λένε:
"Κέρνα ό,τι θες
Εδώ είμαστε..."

Μικρός
ήμουν κι εγώ...
μικρός στη σιγουριά
   
.            .           . γιώργος σαρρής .           .            .

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Κ.Χ.Μύρης : 1944 (Ήταν ο τόπος μου)






Ήταν ο τόπος μου
 βράχος και χώματα,
ήλιος και μαύρο κρασί
όργωνα θέριζα 
και με τον Όμηρο
 σε τραγουδούσα, λαέ μου
Πάνω στα κύματα 
νύχτες ολόκληρες 
σε ονειρεύτηκα

Ήταν τα σπίτια μου 
άσπρα γαρύφαλλα
 και τα κορίτσια σεμνά
είχαν αλμύρα 
στα χείλη, στα μάτια τους,
καίγανε την Οικουμένη
Και τα παιδιά μου 
με μια φυσαρμόνικα 
τα ξελογιάζανε

Ηταν ο τόπος μου 
σαν το χαμόγελο 
όνειρο καθημερνό
κάποιος τον πούλησε, 
κάποιος το ρήμαξε 
σα δανεισμένη πραμάτεια
Τώρα τ’ αγόρια μου 
παίζουν το θάνατο 
στα χαρακώματα

(από το "Χρονικό")