Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου




Είμαι γελοίος άνθρωπος. Τώρα με λένε τρελό. Αυτός θα ήταν ανώτερος τίτλος, αν δεν έπαυα να είμαι γελοίος για τους ανθρώπους. Μα τώρα πια δεν θυμώνω, γιατί όλοι είναι αρκετά «ευγενικοί μαζί μου, και όταν με κοροϊδεύουν, είναι, θάλεγες, ακόμα πιο ευγενικοί. Ευχαρίστως θα γελούσα μαζί τους, όχι τόσο με τον εαυτό μου, όσο για να τους είμαι ευχάριστος, αν δεν ένοιωθα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίβομαι που βλέπω πως δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που εγώ την γνωρίζω. Τι σκληρό που είναι να την γνωρίζεις μόνο εσύ! Μα δεν θα καταλάβουν. Όχι, δεν θα καταλάβουν.


Άλλοτε, υπόφερα πολύ που φαινόμουν γελοίος. Δεν φαινόμουν, ήμουν. Πάντα μου ήμουν γελοίος και ξέρω πως σίγουρα θα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα ήμουν και δε θα ήμουν επτά χρονών όταν έμαθα πως ήμουν γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο Πανεπιστήμιο — κι όσο σπούδαζα, τόσο μάθαινα πως ήμουν γελοίος. Κι έτσι, φαίνεται πως όλη η πανεπιστημιακή μου επιστήμη, υπήρχε μόνο και μόνο για να μου αποδείξει και να μου εξηγήσει, όσο την εμβάθυνα, πως ήμουν γελοίος. Και με τη ζωή μου έγινε το ίδιο όπως και στην επιστήμη μου. Χρόνο με το χρόνο, αποκτούσα όλο και περισσότερο τη βεβαιότητα πως απ' όλες τις απόψεις φαινόμουν γελοίος. Παντού και πάντα, όλοι με κορόιδευαν μα κανένας δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος στον κόσμο που ήξερε καλύτερα απ' όλους πως ήμουν γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Έτσι, ένιωθα κάτι σαν πείσμα

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα(απόσπασμα) -Γιάννης Ρίτσος



Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα

[...]

ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Ο ουρανός στέκει ψηλά και δεν τον φτάνεις. Κάλλιο, λοιπόν, να ξεχάσεις πω έχει ουρανό.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κι αν τον ξεχάσεις, αυτό δε σε ξεχνάει. Απλώνει τα γαλάζια χέρια του και σ' αγκαλιάζει. Κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα, βάζει τα δυό του δάχτυλα αλαφρά και σου τ' ανοίγει. Κι άμα νυχτώνει πάλι, βγαίνουν τ' άστρα και σου πετροβολάν τον ύπνο σου με χρυσά λουλούδια. Και τότες από μέσα σου ξυπνάν χιλιάδες άστρα, που παίζουν και φωτάνε και στριφογυρνάνε και δεν μπορείς να κοιμηθείς και να πεθάνεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Κι έτσι πεθαίνεις κάθε μέρα.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Και κάθε μέρα ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Για να πεθαίνεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Για να ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Το ίδιο είναι. Κείνο που πιο πολύ κοιτάς, κείνο και βλέπεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κείνο που υπάρχει βλέπεις. Κείνο που δεν υπάρχει, δε μπορείς να τόιδεις. Υπάρχει ζωή και τήνε βλέπω. Την ακούω.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Υπάρχει θάνατος που δεν τον βλέπεις. Μα κείνος σε βλέπει. Αμα μπορέσεις να το διείς και 'σύ τότες σου δίνει το χέρι και σου χαμογελάει. Δεν έχεις πια φόβο μήτε ελπίδα. Τότες κοιτάζει ούλη τη ζωή και χαμογελάς.

[...]

ΑΝΝΙΚΑ: Κι όμως, για κοίταξε τον ουρανό... Πρώτη φορά σα ναν τον βλέπω. Γαλάζιος, φωτεινός, απέραντος. Το 'πα στον κυρ Αλέκο και τότες αυτός μου λέει πω δεν είναι μονάχα ο ουρανός όμορφος μα ολάκερος ο κόσμος. Κείνη τη στιγμή περνούσε ένας γλάρος. Και μου τον έδειξε. Κοίτα, μου λέει, ετούτο το πουλί δεν είναι όμορφο; Κοίταξα, το λοιπός, κι πού 'δειχνε το δάχτυλό του κι είδα το γλάρο. Αλήθεια, τι όμορφος που ήτανε. Δεν τον είχα προσέξει ώς τα τώρα, νόμιζα πως για πρώτη βολά τον έβλεπα, σα ναν τόνε ζουγράφιζε ο κυρ Αλέκος με το δάχτυλό του πάνου στον ουρανό κι από κάτου η θάλασσα ξανάδινε τη ζωγραφιά του γλάρου σα να 'τανε λέει δύο άσπρες παλάμες που θέλουνε να σφίξει η μια την άλλη και να χαιρετηθούν. Κι ο γλάρος κάθησε πάνου στο νερό κι οι δυο παλάμες έσμιξαν. Τότες μού 'σφιξε κι ο Αλέκος το χέρι και μου 'πε πάλι: Πρέπει να σηκώσουμε το κεφάλι μας ψηλά για να νιώσουμε τι γίνεται και βαθιά μας. Γιατί 'ναι, λέει, χίλιες ομορφιές μέσα μας κι όξω, που κάθε στιγμή περνάνε μπρος από τα μάτια μας και μεις μήτε τα γλέπουμε, μήτε καθόλου τα νογάμε. Ω, αλήθεια λέει.

[...]

ΒΑΡΒΑΡΑ: Καλό ταξίδι… Καλό τα - (Με το χέρι της, που τό 'χε υψωμένο γι' αποχαιρετισμό, κρύβει το πρόσωπό της. Μένει για λίγο έτσι. Ακούγεται βαθιά ένας λυγμός που μοιάζει και με γέλιο. Υστερα ξεσκεπάζει το πρόσωπό της και πέφτει κοντά στο πεζούλι). Πάει , έφυγε κι αυτός. Τι μένει τώρα; Εφυγε. Καλό ταξίδι... (Τινάζεται απάνου και γυρίζει στη θάλασσα. Αρχίζει να φυσάει αγέρας που λίγο λίγο δυναμώνει). Ε, κυρά θάλασσα... Τον πήρες κι αυτόν. Χάρισμά σου. Πάρε λοιπόν και τα κοράλλια σου. Θαλασσινά λουλούδια δε φυτρώνουν στη στεριά. Μα μήτε στεριανά λουύδια φυτρώνουνε στη θάλασσα. Νομίζει πως με νίκησες λοιπόν. Ε, όχι. Οσο μου παίρνεις, τόσο και πιο πολύ θα δυναμώνω. Τι νομίζεις, πως μόνο εσύ είσαι δυνατή; Κοίτα τα μάτια μου. Δεν κλαίω εγώ. Δεν τρέχουνε τα δάκρυά μου. Ποτέ σου δε θα με ιδείς δακρυσμένη. Και τώρα, φυσείχτε, αγέρηδες. Καβαλήστε τα κύματα. Τινάχτε τα καράβια. Ας τρέξουνε τα σύννεφα κι ας μπουμπουνίσει απ' άκρη σ' άκρη. Εγώ εδώ πέρα θά 'με ν' αποκριθώ στον κεραυνό και να τον ανταμώσω. Ε, κυρά θάλασσα, κάθε αγεράκι που φυσάει, σε πάει πέρα δώθε και σε φέρνει. Η σοροκάδα σε τραντάζει. Μα εμένα μήτε συ με σάλεψες, μήτε κανένας. Κοίταξε, στέκω δίπλα στο άγαλμα, σαν άγαλμα και γω... Φυσείχτε, αγέρηδες. Τώρα είμαι λέφτερη. Δεν έχω τίποτα να χάσω ή να κερδίσω... Τίποτα δε φοβάμαι...

[...]



Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Εκδόσεις Θέατρο-Κώστας Νίτσος, 1990

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Στίς γυναίκες -Μπρεχτ, Οπενχάιμ, Μ.Φ.Ματάτση, Β.Χάρα



ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Βούρτσισε το σακάκι
Βούρτισ’ το δυο φορές!
Όταν το βούρτσισμα τελειώσεις
Μένει μια πατσαβούρα καθαρή.
Μαγείρευε όλο φροντίδα
Μη λυπηθείς κανένα κόπο!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Σκέτο νεράκι είναι η σούπα.
Δούλευε, δούλευε ακόμα πιο πολύ!
Κάνε οικονομία, μοίραζέ τα πιο καλά!
Λογάριαζε, λογάριαζε μ’ ακρίβεια!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις.
Ό,τι πάντα κι αν κάνεις
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σου είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια
Αλλά η διέξοδος ποια είναι;
………………………………………
Σαν η δεκάρα λείπει, καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή.
Το ζήτημα για το κρέας, που σας λείπει στην κουζίνα
Δεν πρόκειται μες στην κουζίνα να κριθεί.
Ό,τι κι αν κάνετε
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σας είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια

Μπέρτολτ Μπρεχτ


ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

Αχ, κορίτσια,
κορίτσια µε τα λάβαρα
και τα πανύψηλα όνειρα,
ορθώσατε τις τύχες σας
σε ουράνιο ανάστηµα!
Αχ, κορίτσια,
κορίτσια της στέρησης και του µόχθου,
γυρνάτε από τη δουλειά
µε δυο χούφτες άγχος
κάτω από τ’ αριστερό στήθος,
µε ξέχειλo το παράπονο
και τη δύναµη της έµπνευσης
να πάλλεται
στο ρυθµό της επανάστασης.
Αχ, κορίτσια,
µε το τραγούδι στο στόµα,
πάτε κι ερχεστε,
θερµαίνοντας την ελπίδα
στη χόβολη του αγώνα σας
σα μια φέτα ζεστό ψωµί στη θράκα.
Αχ, κορίτσια,
µε τα κόκκινα µάγουλα της σεµνότητας,
το καθάριο βλέµµα της ειλικρίνειας,
τ’ απαλό ερωτικό σας χάδι,
ντυθήκατε την οµορφιά,
ντύσατε και τον κόσµο µε γλυκιά θαλπωρή.
Αχ, κορίτσια,
τραβήξατε µπροστά,
σα φρεγάτες στα πέλαγα…
καταλαγιάζουν κάποτε οι φουρτούνες,
κορίτσια,
κι οι καταιγίδες στραγγίζoυv στο ποτήρι της θερινής γαλήνης.
Κορίτσια µε τα λάβαρα και τα πανύψηλα όνειρα,
κουρελιάσατε τα πέπλα του πεπρωµένου
µε τις αιχμές του δίκιου σας,
περπατώντας ισότιμη πορεία
στoυ μέλλοντος την απλωσιά
σωστές αλκυονίδες,
κορίτσια…


Μαργαρίτα Φρονιμάδη - Ματάτση



ΥΦΑΝΤΡΕΣ


Εσένα,
Θα σε ονόμαζα Άννα,
Θα σε ονόμαζα Γιάννα,
Θα σε ονόμαζα ομορφούλα
Κλώστρια μελαχρινούλα,
Μικρή πεταλούδα
Υφάντρα.
Εσύ που ήσουν
Σκλάβα του εργοστασίου
Σκλάβα της μηχανής
Σκλάβα του ωραρίου
Σκλάβα του μισθού,
Υφάντρα μελαχρινούλα
Μικρή πεταλούδα
Εργάτρια του υφαντουργείου.
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Γύρνα το κουβάρι
Της μοίρας σου
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Ύφανε την κλωστή
Της μοίρας σου.
Η ζωή σου βρίσκεται στο εργαστήρι,
Εκεί θα μπορέσουν να υφανθούν
Με τα χέρια σου και με τα χέρια των άλλων
Υφάσματα που θα ντύσουν την ελευθερία.

Βίκτωρ Χάρα



Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας
χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες
γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα
γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»


Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός είναι και για τους άνδρες ο αγώνας μας
Γιατί είναι των γυναικών παιδιά και τους γεννάμε πάλι,
Φτάνει πια ο παιδεμός σ’ όλη μας τη ζωή,
Πεινάνε οι ψυχές και όχι το σώμα μόνο “Δώστε μας Ψωμί και Δώστε μας Τριαντάφυλλα”

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός αμέτρητες γυναίκες πεθαμένες
Σμίγουν το θρήνο τους και λένε το παλιό τραγούδι του ψωμιού
Οι σκλαβωμένες ψυχές τους γνώρισαν λίγη μόνον ομορφιά, τέχνη κι αγάπη-
Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα

Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα.
Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες
το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας
όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει
αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής,
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

Τζέιμς Οπενχάιμ

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καραγιάννη! Τι ζήτησα, Πρόκληση


τι ζήτησα;

τι ζήτησα;
την αγκαλιά σου ζήτησα

αυτή την ξεπεσμένη αθωότητα
στο σουλάτσο του δρόμου
σε μια γωνιά
πίσω απ' τον κάδο των σκουπιδιών
εκεί κάπου στη ζούλα
στη πλατεία Αριστοτέλους
ανάμεσα από χνώτα και ιδρωμένες μασχάλες
μέρα μεσημέρι
και ο πλανόδιος πωλητής με τα μαύρα γυαλιά, να κόβει
κίνηση

τι ζήτησα;
να ανακατευτούμε
μες στην απλωμένη γλώσσα των αισθήσεων
μπροστά απ' τα γδαρμένα σκηνικά
της αφόρητης αναμονής
στου ενός λεπτού την ακριβή ώρα

αδειανά χέρια
τρύπια η καρδιά
κι φωνή ξεκούρδιστη
άγρια αποτυπώματα
πατάνε στο στήθος
γέρνω στα σπλάχνα μου μέσα
και τρώω
μικρά χαρτάκια από στιχάκια
ένδοξων λυγμών

Κατερίνα Καραγιάννη
από τη συλλογή Ζουμ, 2012


πρόκληση


κάθεται απέναντι του
προκλητικά σταυρωμένα
έχει τα χυτά της πόδια,
το ψηλά της παπούτσια
ανοίγουν κομψά το κουντεπιέ
και η φούστα όσο να φανεί
το λεπτό της γόνατο
κολλάει το τσιγάρο στο κραγιόν
και αναστατώνει τα μαλλιά της
κι αυτό το κάθισμά της!
όπως το φίδι πριν επιτεθεί
ρημάζει την αρσενική ματιά του
κι αυτή το γλεντάει
κούκλα ζωντανή, πανάθεμά την
κολασμένη, πύρινη
καρφί στα μάτια τον κοιτάει
και σταματάει ο κόσμος να κινείται
γεννημένη να αφήνει έναν πεινασμένο πόθο
κάθεται απέναντι του
τον τυλίγει και τον ξετυλίγει αφόρητα
πνιγμός του 'ρχεται
χτυπήματα ακαριαία
θα τον φέρουν υπνωτισμένο κοντά της
για εκείνη τη νύχτα



Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ντύλαν Τόμας - Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα






Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος :Τελική νίκη -Ησυχασμένες απαντήσεις -Απονομή δικαιοσύνης




Ησυχασμένες απαντήσεις 


Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.


Τελική νίκη 

Έφερε βιαστικά το χέρι του στο πρόσωπο
μα μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν τη φτυσιά
σταμάτησε. Δε θέλησε να τη σκουπίσει.
Την έσπρωξε πιο βαθιά, ώσπου να φάει τις σάρκες, τη γλώσσα.

Από την τρύπα που άνοιξε, ανάσανε
μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Κι υψώνοντας λιγάκι το κορμί του συνέχισε το δρόμο του.

Απονομή δικαιοσύνης 

Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους
πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…
Όπως τυφλοί
τυφλούς.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Μ. Λουντέμης: «Άουσβιτς»





Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Στις 27 Γενάρη 1945 οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού (60ή Στρατιά του 1ου Ουκρανικού Μετώπου) απελευθερώνουν τους 7.000 περίπου εναπομείναντες κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη «Άουσβιτς», όχι όμως στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα, όπως δημοσιεύτηκε στα ποιητικά του. Αλλά όπως πρωτογράφτηκε τον Αύγουστο του 1947 και δημοσιεύτηκε στις 8 Σεπτέμβρη 1947 στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Είναι περίοδος που ξαναγεμίζουν οι τόποι εξορίας στα ελληνικά ξερονήσια και η σύνδεση στο ποίημα είναι προφανής. Στα ποιητικά του που κυκλοφόρησαν από το «Δωρικό» και αργότερα από τα «Ελληνικά Γράμματα» το ποίημα διαφοροποιείται πάρα πολύ, προσπαθώντας να το κάνει επίκαιρο με βάση τα δεδομένα της εποχής, στηλιτεύει την αμερικανοκρατία (παραθέτουμε κι αυτή την εκδοχή).



Άουσβιτς
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι ένα τεφρό χωνευτήρι.
Κι ένα δάπεδο που γκρεμίστηκε παρασέρνοντας στον Άδη τις ζωές του.

Τώρα εκεί λιώνει πεσμένη η ζωή ανάμεσα σε φρύγανα, στάχτη και σποδό

Τώρα «Άουσβιτς» λένε κάτι στήθια και κάτι έρημες μητρικές αγκαλιές…

Κάτι αραχνιασμένα δώματα και κάτι μάτια που βράδιασαν νωρίς…
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι μια νεκρόπολη που πήρε τη λαλιά της κι έφυγε.

Έφυγε αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Το βράδυ κατεβαίνει ο Αίολος και παίζει στα κρανία τον αυλό του.
Κατεβαίνουν τ΄ άστρα και φωσφορίζουν μέσα στους άδειους φεγγίτες των ματιών.
Κατεβαίνουν οι νυχτερίδες και κωπηλατούνε έντρομες στα σκότη.

«Άουσβιτς» το λέγανε. Τρία χρόνια το λέγανε έτσι. Τώρα είναι χωράφι.
Ενα απέραντο βοσκοτόπι για τους γύπες που κρώζουνε νυχτοήμερα νηστικοί.
Άχρηστο υλικό, σκεύη ανάκατα από συντρίμμια λευκάζουνε στη χλόη

Κόμες ξέπλεκες κυνηγιούνται έξαλλες στους θάμνους
Κόμες που γέρασαν κλαίοντας πάνου απ’ τα λείψανά τους.
Βρέθηκαν ακόμη εκεί κοκάλινα χεράκια παιδικά – ολάνυχτες πεντάφυλλες μαργαρίτες.

Και παπουτσάκια… πλήθος παπουτσάκια από απίθανα μικρά πόδια που ψάχνουν να βρουν το ταίρι τους.

Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Οι άνθρωποι ανατρίχιασαν και ξέχασαν.
Μα φέτος η Άνοιξη ήρθε κι απόθεσε εκεί τους σπόρους της

Μυριάδες παπαρούνες κι αγριολούλουδα πλουμιστά στόλισαν την έκταση

(γάργαρα γελάκια και σκιρτήματα παιδικά ακομπούνε στις ρίζες τους…)

Είναι γι’ αυτό που η Άνοιξη είναι φέτος συλλογισμένη

Είναι γι’ αυτό που οι πεταλούδες βάψανε μαύρα τα βελούδα τους.
Γιατί εκεί κάτου πλάι-πλάι στις ρίζες κοιμάται σαν απέραντο παράπονο
το βλέμμα του μικρού παιδιού…

«Άουσβιτς». Έτσι το λέγανε κάποτε. Τίποτε άλλο. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του και κατέβηκε στη Μεσόγειο

Εδώ, στο ακρωτήρι μας, που κλαίνε τα χώματά του ατάιστα απ’ ανθρώπους
Έφυγε μια νύχτα μπρος απ΄ τα αδιάφορα μάτια των φυλάκων
που έπαιζαν κρίκετ κι έφτυναν σαξονικές βρισιές.
Έφτυναν και εκπαιδεύουνταν στην υψηλή Τέχνη του Κράμερ και της Ιλζέ Βέσνε

Και προχτές πήραν το δίπλωμά τους και κατέβηκαν με τ’ αεροπλάνα τους εδώ,

και ξωπίσω τους ένα κοπάδι από κοράκια που εκπατρίστηκαν

(γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς…).

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Τώρα η Λορελάι φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει εκεί.

Το Άουσβιτς το σήκωσαν σα σκήνωμα μια νύχτα χλιαρή
και το κατέβασαν στην Ελλάδα

Άουσβιτς! Φτωχή, πεσμένη Μεγαλειότητα… Τώρα κλάψε

Τώρα τη δόξα σου τη σκέπασαν οι ψηλές φωτιές που ανεβαίνουν απ’ την Ελλάδα!

Γιούρα, Μακρόνησο, Ψυττάλεια, Ικαρία – ω δόξα!

Κι ο Ράιχ, ουαί! – νενικήκαμεν σε!

Αθήνα – Αύγουστος 47

***

Το ποίημα όπως δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Το σπαθί και το φιλί» (εκδόσεις «Δωρικός» 1977)

«Άουσβιτς»

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Κι ήταν
μια φάμπρικα παραγωγής στάχτης
με πρώτη ύλη τον άνθρωπο.
Σήμερα είναι ένα πελώριο χωνευτήρι.
Ένα δάπεδο που βούλιαξε στη γη
παρασέρνοντας στον Άδη τους σταυρούς του.

Τώρα εκεί λιώνει η ζωή
μεταστοιχειωμένη σε χλόη!
Και δεν απόμεινε απ΄ όλα τίποτα
παρά μια περιπλανώμενη ανάμνηση
που κούρνιασε μες στ΄ άδεια στήθια
και στ΄ αραχνιασμένα κρανία των νεκρών.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Άουσβιτς!
Τώρα είναι μια απέραντη νεκρόπολη
που πήρε τη μιλιά της κι έφυγε. Έφυγε…
Αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Κι όταν πέφτει το βράδυ
ο Πάνας παίζει τον αυλό του
στα διάτρητα κόκαλα.
Και τ΄ άστρα φωσφορίζουν λυπητερά
στους φεγγίτες των άδειων ματιών.
Μόνο οι νυχτερίδες ξυπνούν νωρίς
και κωπηλατούνε τρομαγμένες μες στα σκότη.

Έτσι το λέγανε κάποτε.
Τρία χρόνια το λέγανε έτσι.
Τώρα δεν είναι πια
παρά ένα εφιαλτικό χωράφι
όπου γύπες κρώζουνε νηστικοί.
Και κόμες ξέπλεκες τρέχουνε στους θάμνους
κλαίοντας τον εαυτό τους.
Όπου χεράκια παιδικά
λευκάζουνε σα μαργαρίτες. Και παπουτσάκια,
-απίθανα μικρά παπουτσάκια-
ψάχνουνε να βρούνε τα ποδάρια τους.

Έτσι το ΄λέγαν κάποτε.
Μα οι άνθρωποι βάλθηκαν να το ξεχάσουν.
Και κάλεσαν την Άνοιξη να ΄ρθεί,
ν΄ αποθέσει εκεί τους σπόρους της
και να καλέσει τα πουλιά της
και να σπείρει τις πεταλούδες της
και τα γάργαρα γελάκια των παιδιών.
Όμως… Η Άνοιξη…
Κατέβηκεν εφέτος λυπημένη
κι οι πεταλούδες βάψαμε μαύρα τα φτερά τους.
Γιατί εκεί… πλάι-πλάι με τις ρίζες
κείται –σαν απέραντο παράπονο-
το βλέμμα του μικρού παιδιού.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του
κι έφυγε μπρος απ΄ τα μάτια των σκοπών
που ΄παιζαν κρίκετ κι έφτυναν εγγλέζικες βρισιές.
Και μαζί τους…
Έφυγε κι ένα σμήνος από κοράκια
που οδύρουνταν χρόνια νηστικά.
Γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς.
Έτσι το ΄λεγαν κάποτε.
Τώρα η Λορελάι,
φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια.

Γιατί το Άουσβιτς το σήκωσαν μια νύχτα χλιαρή
το φορτώσαν σε βαριά αεροπλάνα
και το μοίρασαν σ΄ Ασία κι Αφρική
(και σε λιγάκι Αλαμπάμα). Εκεί…
Που καίνε πάλι οι υπαίθριες ψησταριές
(Ζώα ανάκατα με σπίτια και γυναίκες).
Ανακατωμένος –όλα- ο ερχόμενος,
χωρίς τη λεπτή επιστήμη των «Φον».
Γιατί τώρα διευθύνουν οι «Μακ»,
κάτι χοντρομπαλάδες απ΄ το Νότο,
που καίνε και σφάζουνε με ουρλιαχτά.
Ανίκανοι να σου ψήσουν έναν καθηγητή
με λίγην υπόκρουση Μπετόβεν.

Εκεί όλα γίνονται τώρα άχαρα
σκότωμα μόνο για το σκότωμα
(η Τέχνη για την Τέχνη…)
Την ανεβάσανε, φτωχό μου Άουσβιτς,
την ανεβάσανε τη γκάμα του φονικού.
Ποσότητα… ποσότητα… ποσότητα…
Ναι, φτωχό μου Άουσβιτς.
Και να γιατί νικηθήκαμε.