Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Σεζαρ Βαγιέχο -Πρόσεχε, Ισπανία, τη δική σου Ισπανία




Πρόσεχε, Ισπανία, τη δική σου Ισπανία!
Πρόσεχε το δρεπάνι χωρίς σφυρί,
πρόσεχε το σφυρί χωρίς δρεπάνι!
Πρόσεχε το θύμα παρά τη θέλησή του,
το δήμιο παρά τη θέλησή του
και τον μη αφοσιωμένο παρά τη θέλησή του!

Πρόσεχε αυτόν που πριν αλέκτωρ λαλήσει
θα σε έχει απαρνηθεί τρεις φορές,
και αυτόν που σε απαρνήθηκε, μετά, τρεις φορές!
Πρόσεχε τα κρανία χωρίς κνήμες
και τις κνήμες χωρίς κρανία!
Πρόσεχε τους νέους δυνατούς!
Πρόσεχε αυτόν που τρώει τα πτώματά σου,
αυτόν που καταβροχθίζει τους ζωντανούς νεκρούς σου!
Πρόσεχε τον εκατό τοις εκατό πιστό!
Πρόσεχε τον ουρανό απ' την από δω πλευρά του αέρα
και πρόσεχε τον αέρα πέρα απ' τον ουρανό!
Πρόσεχε αυτούς που σ' αγαπούν!
Πρόσεχε τους ήρωές σου!
Πρόσεχε τους νεκρούς σου!
Πρόσεχε τη Δημοκρατία!
Πρόσεχε το μέλλον!...

Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή...

Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή
και πιστεύω πως με ακολουθεί τριποδιστά η τελεία ;

Τι με ωφελεί που έβαλα
στους ώμους ένα αβγό αντί για μανδύα ;

Τι με ωφελεί που ζω
Τι με ωφελεί που πεθαίνω ;

Τι με ωφελεί που έχω μάτια ;
Τι με ωφελεί που έχω ψυχή ;

Τι με ωφελεί που τελειώνει μέσα μου ο πλησίον μου
κι αρχίζει στο μάγουλο μου ο ρόλος του ανέμου ;

Τι με ωφελεί που μετράω τα δυο μου δάκρυα ,
ολολύζω γη και κρεμάω τον ορίζοντα ;

Tι με ωφελεί που κλαίω , που δεν μπορώ να κλάψω
και γελάω για το λόγο που έχω γελάσει ;

Τι με ωφελεί που ούτε ζω , ούτε πεθαίνω ;


Μάζα

…Προκάτ τρελό σενάριο
και σκηνικά “στημένα”
μας όρισαν τα ερπετά
που ζουν στα παρακήνια..,
κι εμείς.., “χωρίς να θέλουμε”..,
παίζουμε τη ζωή “μας”..,
ζωή απ’ τα καλούπια -τους
κι απ’ την υποταγή μας..!


Ξεκινάμε ανθρώποι…
και, μετά, στα σχολειά..,
σπουδαστήρια πετάγματος, τάχα..,
τα φτερά μας ‘ξαλείφουνε δόλια..,
κι η ζωή μας πορεία
σε σχοινί τεντωμένο…
κι από κάτ’ ένας βόθρος
ανοιχτή αγκαλιά..!
Τελικά.., με κομμένα φτερά
και το πέταγμα χίμαιρα..,
καταντάμε κατθρώποι..! (1)


Σικέ μιας Μοίρας έρμαια…
καταραμένο κλήρο
μας δώσαν σκάρτη μοιρασιά
της Γης οι Μοιροπλάστες..,
κι εμείς.., σαν τον δεχτήκαμε..,
φτιάχνουμε την ψυχή “μας”..,
ψυχή απ’ τα κουρέλια -τους
κι απ’ την ψευδαίσθησή μας..!


μετάφραση: Αλέξανδρος Ζήβας

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Μπέρτολτ Μπρεχτ Η παρέλαση του παλιού καινούργιου





Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί
Βρομούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεότερη εφεύρεση
Και τα ουρλιαχτά από τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους
Συνθέτανε την πιο μοντέρνα μουσική.
Παντού μπορούσες να δεις τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς
το Νέο πλησίαζε την πρωτεύουσα.
Ολόγυρα στέκανε όσοι εμπνέονταν από τον τρόμο, κραυγάζοντας:
Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Κι αυτοί που ακούγανε, τίποτα άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους,
Μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,
Και έφερε αλυσοδεμένο μαζί του το Νέο να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του.
Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες τη νύχτα,
μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό.
Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο,
γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Πιο εύκολα θα ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων

Μπέρτολτ Μπρεχτ,
1938 Από τη συλλογή
Ποιήματα του Σβέντμποργκ

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Αυτός που σωπαίνει - Τάσος Λειβαδίτης


Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ” άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ” τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από πού ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Άσ' τη βάρκα - Κων.Χατζόπουλος


Άσ' τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει τ' αγέρι, τιμόνι-πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι' όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί,
η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα, ας το φέρει
όπου θέλει τ' αγέρι, όπου ξέρει τ' αγέρι.

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός,
είτ' ειδύλλιο γελούμενο απλώνετ' η πλάση,
είτ' αντάρες και μπόρες σου κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ' αράξεις.

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
Μη 'που σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
Δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ' ότι ρωτάς;
Ότι σ' έχει μαγέψει κι ότι σου 'χει γελάσει,

το 'χεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

'Ασε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
άσ' τις ζάλες να σέρνουν τυφλά τη καρδιά
κι αν τριγύρω βογγά κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά
κι αν πικρό τη ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μια χαρά τη προσμένει.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Φανταστικό - Λένα Παππά

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθεί να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μιαν άνοιξη που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του,
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
το καλλιεργώ
σ' έναν κήπο μυστικό που δεν υπάρχει.

Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δε θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δε σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κήπους φθινοπωρινούς

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Μίλτος Σαχτούρης - Τοῦ θηρίου, Καμπάνες, Δεν ειναι Οιδίποδας

Τοῦ θηρίου

Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια
Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.



Θὰ σὲ φέρω σ᾿ ἄλλα λιμάνια
Νὰ δεῖς τὰ βαπόρια πῶς τρῶνε τὶς ἄγκυρες
Πῶς σπάζουν στὰ δυὸ τὰ κατάρτια
Κι οἱ σημαῖες ξάφνου νὰ βάφονται μαῦρες.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ ἴδιο κορίτσι
Νὰ τρέμει δεμένο στὸ σκοτάδι τὸ βράδυ
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σπασμένο μπαλκόνι
Καὶ τὸ σκύλο οὐρανὸ
Ποὺ βαστοῦσε τὴ βροχὴ στὸ πηγάδι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τοὺς ἴδιους στρατιῶτες
Αὐτὸν ποὺ χάθηκε πᾶν τρία χρόνια
Μὲ τὴν τρύπα πάνω ἀπ᾿ τὸ μάτι
Κι αὐτὸν ποὺ χτυποῦσε τὶς νύχτες τὶς πόρτες
Μὲ κομμένο τὸ χέρι.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σάπιο Μῆλο
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια.


ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Εἶναι πουλιὰ
ποῦ δὲν πετᾶνε
εἶναι πουλιὰ
θαμμένα
μέσ᾿ σὲ κουτιά

Εἶναι δωμάτια
καὶ εἶναι λέξεις
ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι
σὰν καρφιά

Εἶναι καρφιὰ
ποῦ δὲν πονᾶνε
εἶναι καρφιὰ
π᾿ ἀνακουφίζουν

Ὅταν χτυπήσουν
πάλι οἱ καμπάνες
θὰ πεταχτοῦμε
σὰν τὰ πουλιά

Δὲν εἶναι Οἰδίποδας

Ἕνας μεγάλος οὐρανὸς γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αἴθουσες δωρικὲς κολῶνες
τὰ πεινασμένα τὰ φαντάσματα
καθισμένα σὲ καρέκλες στὶς γωνιὲς
νὰ κλαῖνε
τὰ δωμάτια μὲ τὰ νεκρὰ πουλιὰ
ὁ Αἴγιστος τὸ δίχτυ Κώστας
ὁ Κώστας ψαρὰς πονεμένος

ἕνα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα ποὺ ἀνεμίζουνε
νεράντζια σπᾶνε τὰ τζάμια στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας σκοτωμένος
ὁ Ὀρέστης σκοτωμένος
ὁ Ἀλέξης σκοτωμένος
σπᾶνε τὶς ἁλυσίδες στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας Ὀρέστης Ἀλέξης

ἄλλοι γυρίζουνε στοὺς δρόμους ἀπὸ τὸ πανηγύρι
μὲ φῶτα μὲ σημαῖες μὲ δέντρα
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει κάτω
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Οὐρανό
τ᾿ ἄλογα τ᾿ Ἀχιλλέα πετοῦν στὸν οὐρανό
βολίδες συνοδεύουνε τὸ πέταμά τους
ὁ ἥλιος κατρακυλάει ἀπὸ λόφο σὲ λόφο
καὶ τὸ φεγγάρι εἶναι ἕνα πράσινο φανάρι
γεμάτο οἰνόπνευμα
τότε νυχτώνει σιωπὴ τοὺς δρόμους
καὶ βγαίνει τυφλός με τὸ μπαστούνι του
παιδιὰ τὸν ἀκλουθᾶνε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν
δὲν εἶναι Οἰδίποδας
εἶναι Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς
παίζει μίαν ἐξαντλητικὴ θανάσιμη φλογέρα
εἶναι νεκρὸς Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα φιλί για καληνύχτα...




Ένα φιλί για καληνύχτα...
 Φύλαξέ το κάτω απ' το μαξιλάρι 
 Ή κάπου εκεί,
μαζί με τις ασήμαντες λεπτομέρειες 
μιας μικρής μεσημεριάτικης βόλτας
 ανεβαίνοντας τα σκαλιά μιας πόλης φανταστικής 
εκεί που χάνεται ο χρόνος 
ανάμεσα στα πέτρινα σοκάκια 
και τα χαμένα απογεύματα

Σώπασε τα λυπημένα σου τραγούδια 
Σκέπασέ τα με τα μαλλιά σου
 Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε 
ένα παράθυρο πουλί
μια αστραπή χαμόγελο
μια γέφυρα χρυσή κλωστή
βαδίζοντας γυμνή πάνω στο κύμα 
σε μέρη που δεν πήγες

μ ένα φιλί για καληνύχτα...

.          .         . γιώργος σαρρής .        .          .